Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2008

Κοκκινοσκουφιτσα "she beats me harder than any kind of guy"

Η ακόλουθη ιστορία είναι δημιουργία μιας αγαπητής φίλης, που μπορώ να πω ότι με εντυπωσίασε κι αποφάσισα να την αναδημοσιεύσω. Απο όσο γνωρίζω η αγαπητη φίλη δεν έχει εκφραστεί συγγραφικά πουθενά αλλού εκτός απο το ημερολόγιο της, οπότε το παρόν κείμενο αποτελεί το ξεπαρθένιασμα. Της εύχομαι μια καλή "σταδιοδρομία".


Παιχνιδι φοβου και ποσο διατεθιμενος εισαι σε συγκεκριμενα χρονικα και τοπικα πλαισια να ξεπερασεις τα εσχατα ορια σου


CHAPITRE 1

Μια φορα και εναν καιρο ζουσε στην μεγαλη πολη ενα κοριτσακι με μαυρα μαλλια και πρασινα ματια.ειχε μια οικογενεια με δυο αδερφους και πολλα κατοικιδια.φοραγε παντα μια ασημενια καρδουλα στο λαιμο και ειχε ζωγραφισει με ενα μαχαιρι αλλη μια στο γοφο τησ.στην πολη ζουσε μεσα στο καυσαεριο περικυκλωμενη απο βιβλια και μορφωμενους ανθρωπους.κοιμοταν το πρωι και ζουσε τη νυχτα.καποια στιγμη δεν αντεχε αλλο τα αυτοκινητα,τη σαπιλα,τη βρωμα και το αλκοολ και αποφασισε να κατεβει στο χωριο της οπου ειχαν αποσυρθει οι γονεις της.να φυγει μακρια απο τα παντα και να καθαρισει τα πνευμονια της.εφυγε λοιπον τρεχοντας.

"Πατερ συγχωρεστε με γιατι αμαρτησα".επινα μεχρι τισ 6,δεν νομιζω οτι εχω καταφερει ακομη να ξεκαυλωσω απο τα παιχνιδια που ξεκινησα χθες το βραδυ και ηρθα κατευθειαν στην εκκλησια.η μονη εντολη που δεν εχω παραβιασει ειναι αυτη που λεει 'μην σκοτωσεις' και σκοπευω να το δοκιμασω και αυτο καποια στιγμη.οι γονεις μου μου φερνουν αναγουλα.επιθυμω διακαως να αυτοκτονησω και λιποψυχω παντα au dernier moment.Δεν ξερω τι ειναι συνειδηση παντως εγω δεν εχω. Μ'αρεσει να βαζω τον εαυτο μου σε πειρασμο αλλα περισσοτερο τους αλλους. Θελω να υποτασσω οτι δεν μπορω να ελεγξω και δεν νομιζω οτι υπαρχει κατι που μπορει να με συγκινησει η να με σοκαρει ιδιαιτερα αμα εκτεινεται εκτος του εαυτου μου. Και ειμαι μολις 16. Kλασσικη εφηβεια η οχι, μου χει γαμησει την ψυχολογια.

Το σπιτακι της στο χωριο ηταν βαθια χωμενο μεσα στο δασος στα συνορα με το βουνο.το κοριτσακι εβγαινε απο το σπιτι μονο για να δουλεψει στο κρεοπωλειο του θειου της, Καθε βραδυ μεχρι τα μεσανυχτα. μετα πηγαινε βολτα στις τοπικες ταβερνες και στα ξεπεσμενα κωλομπαρα που ειχαν φτιαξει γυρω γυρω γυρω.

Χαραματα ξεκινησαμε για την εκκλησια και ο αδερφος μου ηταν ακομη μεθυσμενος,μεθυσμενος ετων 15,και κατι ελεγε που κανεις μας δεν καταλαβαινε ενω οι γονεις μου εκαναν οτι δεν εβλεπαν και οτι δεν ακουγαν. Εγω ελαχιστη σημασια εδινα γιατι ειχα μολις περασει μια απο τις πιο επιπονες και ενθουσιωδεις βραδιες της ζωης μου.ο αλλος μου αδερφος δεν ηρθε και καλυτερα γιατι παντα κατι του ξεφευγε.αν ειμασταν στο πολεμο απλα θα με εδειχνε χωρις καν να κανει τον κοπο να φορεσει κουκουλα.

Μια μερα η μαμα της της ειπε"μηπως επειδη εγω δεν μπορω να περπατησω γινεται να κατεβεις στη λάικη να μου παρεις λιγα λεμονια?". Το κοριτσακι δεν ειχε ξανακατεβει στο χωριο το πρωι και σαστισε αλλα δεχτηκε με προθυμια.στο χωριο ολοι ηταν συγγενεις της με τον εναν η τον αλλον τροπο και ετσι παντα καποιος την σταματαγε για να την ρωτησει τα νεα των γονιων της,για τα μαυρα της πια μαλλια,'που πηγαν οι ξανθιες της μπουκλες',καθως και για το σημαδεμενο της 'σωματακι'.

Κανεις γνωριζει το εργο του διαβολου απο τα ροζ μαγουλα,τα βρωμικα χερια,και το αιμα που σταζει απο την μυτη του. Γυρισαμε απο την εκκλησια μονο για να ξαναπεσουμε σε βαθυ αναρρωτικο ληθαργο και να ξυπνησουμε με φριχτο πονοκεφαλο. Αλκοολ απο την μυτη και αγριοτητες. Αυτο ειναι το χωριο μου πισω απο τους πρασινους λοφους και τους γαλαζιους καταρρακτες. Ομορφια τοπιου και φρικτη παραδοση στις αθλιοτητες. Και εδω τα πουλια παντα τραγουδουν.

Περνωντασ απο ολα τα μαγαζια ξεχωρισε ενα που εμοιαζε με ενα ολοκαινουριο γυαλινο γιγαντιο κουτι.απο τις βιτρινες διεκρινε στον πρωτο οροφο μεγαλα μηχανηματα απο μεταλλο και απο πλαστικο ενω στον δευτερο δεν ηταν παρα ενα ψευτικο σπιτι με χιλιαδες φωτιστικα να κρεμονται απο το ταβανι. Με το μπλε της σακιδιο στον ωμο και τα βρωμικα παιδικα της σανδαλια πλησιασε δειλα την εισοδο. Ολα ηταν τοσο καλογυαλισμενα και την εκαναν να φαινεται ακομη πιο φθαρμενη. Μεσα απο τα καλωδια προβαλλε μια τρομακτικη λεπτη φιγουρα και την κοιταξε σαν να την γνωριζε καλυτερα απο τον καθενα και να την ειχε χασει καποτε χωρις λογο.

Φανηκε τοσο ξαφνιασμενος που εκανε το κοριτσακι να νιωσει αβολα και να αρχισει να κουναει τα χερια του με πολυ περιεργο τροπο.την περιεργαζοταν χωρις ιχνος διακριτικοτητας, ανεβοκατεβαζοντας διαρκως την ματια του. Ειχε αυτο το πολυ ομορφο επιπεδο σωμα, μαυρισμενο απο την δουλεια και ξεχωριζαν τα ματια του και το υπαινικτικο χαμογελο του.ηταν σιγουρα ο πιο ενδιαφερων ξαδερφος της.

Παντα τα πιο τρομακτικα πραγματα συνεβαιναν εδω. Δεν ξερω τι φταιει και τι ξυπναει εδω περα στους ανθρωπους ουτε πως συνυπαρχει αυτη η απολυτη ελευθερια με αυτη τη γελοια ελλειψη μυστικων.ηξερα απο την πρωτη εκεινη μερα που τον ειδα οτι το μονο που ελειπε ειναι κατι να δωσει την ωθηση.και το βρηκαμε φυσικα.

Διοτι ο θεος εφτιαξε τον ανθρωπο και ο ανθρωπος εφτιαξε τις ουσιες για να αγγιξει το θεο.ο καθενας βλεπει την θεωση σαν κατι διαφορετικο, εγω σιγουρα σαν κατι αναποφευκτο αρα και ερεθιστικο, αυτο του ειπα μια μερα στην θαλασσα. σκεψεις πανω στα συναισθηματα και την ωραιοποιηση τους, ποσο μαλλον την ιδεολογικοποιηση τους δεν κανω, με αφηνει παγερα αδιαφορη η αγαπη και η ειρηνη, Δεν μπορουν να με εξιταρουν ολα αυτα. Και του ειπα πως αν για καποιο λογο προσπαθησα να τα αγγιξω στη ζωη μου ηταν απο αδυναμια. Αυτα και τον εξοργισα.αλλα τουλαχιστον τον προειδοποιησα.

Το κοριτσακι χαιρετησε τρομαγμενο και εφυγε βιαστικα για το σπιτι. Το βραδυ δουλευε και ενιωθε ηδη κουρασμενο.

CHAPITRE 2

Δουλευε, δουλευε ,δουλευε παρα πολυ τον τελευταιο καιρο. Ισως για να ξεχαστει, ισως για να περασει την ωρα της. Η ποδια της ηταν ασπρη το πρωι και γεμιζε αιματα το βραδυ σχεδον οπως και η ιδια με τα χρονια. Το μαγαζι εκλεινε παρα πολυ αργα, τα κρεατα εμπαιναν πισω στο ψυγειο, η αιθουσα φωτιζοταν με μωβ νεον και εκεινη πεταγε τις μαυρες σακουλες σε ενα απομακρυσμενο χωραφι. Δεν τις εβλεπε ποτε το επομενο βραδυ. Σαν καποιος να τρεφοταν απο αυτες. Ελεγε λοιπον στα παιδακια του χωριου οτι τις σακουλες εσκιζαν τερατα που κατοικουσαν στις ριζες απο τις ελιες. Αυτα τρομαζαν και τις ζητουσαν να τα παρει μαζι της στην καροτσα την επομενη φορα.

Οσο κουρασμενη και να ημουνα το βραδυ γυριζα στα ιδια φρικτα μερη οπως και στην Αθηνα, και επινα τα ιδια φρικτα οινοπνευματα. Παντα εβρισκα καποιον να με γυρισει σπιτι μισομεθυσμενη αρα μισοαπροστατευτη. εκεινο το βραδυ ομως τα αδερφια μου ειχαν ηδη γυρισει και εγω περιπλανιομουν μονη μου στο χαλικι θελοντας καποιος να με παρατηρησει. με παρατηρησε εκεινος. Στο ξαδερφουλα γυρισα και στο διαβολικο του χαμογελο ειδα σιγουρα μια δοση απο αψεντι και στα χειλη του ισως να υπηρχε ακομα λιγο ζαχαρη.


Καθε βραδυ μετα την δουλεια γυριζε σπιτι, εκανε ενα γρηγορο μπανιο για να φυγει η μυρωδια του αιματος και πηγαινε στα μπαρακια του χωριου. Επινε ολο το βραδυ και μετα εψαχνε καποιον να την γυρισει. Μια μερα που ειχε πιει πολυ ειδε μπροστα της τον ξαδερφο. Τον κοιταξε και ρωτησε: "μηπως θα μπορουσες να με πας σπιτι σε παρακαλω; Κρυωνω και ειμαι ζαλισμενη" Αυτος κουνησε καταφατικα το κεφαλι του και ξεκινησε να προχωρα προς το αυτοκινητο. Εκεινη τον ακολουθησε υπακουα. Μπορουσε να καταλαβει τα παντα απο το πως περπατα κανεις, αμα τον κοιτουσε απο πισω. Ο δρομος ειχε δεντρα αριστερα δεξια και οι προβολεις τα φωτιζαν ενω το φεγγαρι ξεχωριζε χαμηλα. Σε τρεις μερες,17 αυγουστου ηταν πανσεληνος και το φεγγαρι εμοιαζε ηδη γεματο. Το κοριτσακι παρατηρησε τα λεπτα και μακρια του δαχτυλα πανω στο τιμονι, μοιαζαν γυναικεια, μουσικη ηλεκτρονικη και ελαχιστα σταθερο το αυτοκινητο πανω στο δρομο. Κατεβαλε μεγαλη προσπαθεια να μεινει συγκεντρωμενος στο δρομο. Το κοριτσακι εβαλε το ποδι της πανω στο ταμπλω.

"- Βγαλε το ποδαρακι σου απο εκει

- Γιατι;

- Δεν μπορω να το βλεπω"

Του ζητησα να σταματησει πιο κατω απο το σπιτι γιατι ηθελα να ηρεμησω. Η αληθεια ηταν πως ηθελα απλα να του δωσω την ευκαιρια να προσπαθησει και να τον διωξω, γιατι ημουνα πολυ υγρη και γιατι τοσο καιρο ειχα βαρεθει χωρις κατι να παιζω. Η μουσικη δυναμωσε και εκεινος εμοιαζε διαρκως να αλλαζει προς το χειροτερο, σαν να γινοταν ολο και πιο βιαιος, ολο και πιο διατεθιμενος. Η ανασα του βαραινε και τα ματια του καρφωνονταν στο κενο ολο και πιο εντονα. Οι φλεβες του φαινονταν απο καθε πτυχη του σωματος του και ηταν σαν να προσπαθουσε να συγκρατησει τον εαυτο του. Μου ειπε πως δεν θα μπορουσε ποτε να κανει κατι μαζι μου, "Δεν σε γαμαω" γιατι αγαπουσε την γυναικα του. Μου ζητησε να του πω πως τον γουσταρω. "Σε γουσταρω. Πολυ". Απαντησε πως αυτο ακριβως ηθελε. Να βλεπει μικρα κοριτσακια να του λενε ποσο τον γουσταρουν. Του ειπα πως ουτε εγω θα μπορουσα ποτε να τον γαμησω. Γιατι μετα θα ντρεπομουνα για τη σημασια που εδωσα σε εναν επαρχιωτη ηλεκτρολογο.με επιασε απο το λαιμο με δυναμη.

Η αλυσιδα στο λαιμο της εσπασε και η καρδουλα επεσε στο πατωμα. Τον πλησιασε και εκεινος την εσπρωξε με δυναμη μακρια. Χτυπησε στην πορτα. Εφτιαξε τα μαλλια της, εστρωσε το φορεμα της και του ειπε πως ειχε ερθει πια η ωρα να φυγει. Του ζητησε ομως να γυρισει τα αδερφια της σπιτι με προσοχη. Ναρκωτικα αλκοολ και οδηγηση δεν ηταν πολυ καλη ιδεα. Της ειπε να μην ανησυχει και χωριστηκαν.

Περιμενε μεχρι τις 6 το πρωι κοιμισμενη στην καρεκλα του μπαλκονιου. Ακουσε το αυτοκινητο του και ξυπνησε για να μην χασει την ευκαιρια να τον ξαναδει και να τον συγχωρησει. Σταματησε το κοκκινο αγροτικο του μπροστα απο το σπιτι της φρεναροντας αποτομα. Εκεινα πηδηξαν απο την καροτσα.μεθυσμενα και μισοκοιμισμενα κινηθηκαν προς την πορτα. Τον πλησιασε. Ενιωθε οτι την κοιταγε. Εκεινη δεν μπορουσε να τον δει γιατι τον καλυπτε ενα συννεφο καπνου. Πλησιασε. Ανοιξε το παραθυρο και ο καπνος εδωσε τη θεση στα κιτρινα πια ματια του. Του πεταξε ενα λουλουδι στο αυτοκινητο.εκεινος γελασε αθωα.τησ αρπαξε το λαιμο με δυναμη και κολλησε τα χειλη του μια ιντσα διπλα στα δικα της. Δεν την φιλησε, μονο της ζηταγε να σταματησει. Την αφησε αποτομα και εφυγε κυνηγημενος. Ακομη προσπαθουσε.εκεινη γυρισε στο κρεβατι της και το μονο που σκεφτοταν ηταν ποσο αγρια μπορουσε να την γαμησει. Κανενα συναισθημα δεν ηθελε να παραγει και ετσι εκανε. Ηξερε οτι μπορουσε να δει την αληθινη μορφη του και αυτο ηταν το μονο που την ενδιεφερε. Καθε στιγμη μαζι του ηταν περιεργεια, και οσο γυριζε το κεφαλι της για να τον παρατηρησει απο ολες τις γωνιες, οσο γελαγε με τα πιο απλα πραγματα που αυτος ελεγε και οσο περιφρονουσε την παντελη ελλειξη γουστου του, τοσο εκεινος ηθελε να της σπασει το κεφαλι και τοσο εκεινη με προθυμια του εγερνε το λαιμο της προκλητικα. Της αρεσε να τον βριζει και να τον βαραει μπροστα στους φιλους του, αρκετα δυνατα ωστε να φαινεται πως δεν του δειχνει κανεναν σεβασμο και αρκετα απαλα ωστε να μην την χτυπησει πολυ. Σιγα σιγα για να καταφερει να αρει τισ αναστολες του.

Υπο το φως του ηλιου δεν ειχαμε και πολλα να πουμε αλλα ποιος εχει μαζι μου; Υπο το φως του ηλιου φαινονταν οι ατελειες μας και ποσο διαφορετικοι ειμασταν ο ενας απο τον αλλον. Την επομενη μερα ηταν δεκαπενταυγουστος και αφου το πρωι εξομολογηθηκαμε και κοινωνησαμε, περιμεναμε απλα το βραδυ. Δυο μερες εμεναν μεχρι την πανσεληνο και ολοι αναρρωτιομασταν ποσο πιο χαμηλα μπορουσαμε να ξυπνησουμε.

Χρειαζεσαι αλυσιδες και ψηλα τακουνια και εγω ηρθα στο χωριο για να ηρεμησω και οχι για να εκφυλιστω και να γκρεμισω ηλιθιες αμυνες που εχτιζα χρονια στην πολη. Οταν ομως βλεπεις πως καποιος εχει στη διαθεση του πραγματα και δεν τα εχει χρησιμοποιησει ποτε, χωρις φταιξιμο δικο του, αλλα μονο επειδη ελειπε στους γυρω του η φαντασια, Θες απλα να τον δεις να τα βγαζει στην επιφανεια για χαρη σου. Ηθελα να τον αναγκασω να χρησιμοποιησει μια φορα τα χερια του χωρις να καταληξει καπου.

Une femme déja-trouvée,des enfants,un maison,un travail. Ποσο τρομακτικο μπορει να ειναι να εισαι καθηλωμενος στη νορμα και στην ντροπη και η φυση σου να σε τραβαει σερνωντας στο διαφορετικο; Να μην την αποδεχεσαι και ξαφνικα να σου προσφερουν οσα βρισκονται στα πιο βαθια μερη του μυαλου σου μεσ' στο πιατο; Δεν μπορουσα να μην τον αναγκασω να με εκμετταλευτει. Να με χτυπησει. Και μετα ας ζουσε με τις τυψεις του.

CHAPITRE 3

Δεκαπενταυγουστος. Δεν δουλευε. Ηταν ολα κλειστα. Γιορταζαν την Παναγια με γλεντια και μεθυσια. Εκεινη εφαγε καλα και περιμενε να ερθει η νυχτα για να παιξει με κατι. Ντυθηκε οσο πιο παιδικα προστυχα μπορουσε και ξεκινησε να πινει κρασι απο νωρις. Ο πατερας της την αφησε εξω απο το μπαρ και της ειπε να προσεχει να μην τρυπηθει. Εκεινος την περιμενε μεσα.

Το πρωτο που ενιωσα ηταν το χερι του να χαιδευει τον γοφο μου, να σφιγγει την μεση μου, το δαχτυλο του να ζωγραφιζει στην πλατη μου.μου ζητησε να τον συνοδευσω μεχρι την πλατεια του χωριου, να παμε τον ξαδερφο του σπιτι. Στη στροφη σταματησε το αυτοκινητο και χωρις να προσπαθησει να μην με πονεσει με τραβηξε προς το μερος του. Εγω δεν του εδωσα τα χειλη μου, παρα μονο τη γλωσσα μου."Με το ζορι;" τον ρωτησα και προσπαθησα να τραβηχτω. Με επιασε απο τα μαλλια και με πεταξε με δυναμη πανω στο καθισμα. Αλλαζε ξανα και ποναγε και για αυτο σταματησε.παλι προσπαθουσε. Εβαλε μπροστα το αυτοκινητο και γυρισαμε πισω στο ιδιο υγρο μουχλιασμενο μερος, Πιναμε το αλκοολ απο το στομα, τη μυτη και τα δαχτυλα, τα ματια μου κοκκινισαν και πονεσαν.ειδε οτι δεν ημουν καλα.με τραβηξε και βγηκαμε εξω.

Στα χωματα και στα σκοταδια με γονατισε. Τα γονατα μου γδερνονταν στο χαλικι. με επιασε για ακομη μια φορα απο τα μαλλια, πρωτα με δυναμη και μετα στοργικα και τοποθετησε το κεφαλι μου στο αριστερο του ποδι. Το μαγουλο μου ακουμπαγε πανω του και εκεινος κατεβασε το δαχτυλο του στο στομα μου. Επαιξε με την γλωσσα μου και τα δοντια μου. Δεν με αφηνε να τον κοιταξω. Με σηκωσε σερνοντας και με ακουμπησε με ανοιχτα ποδια πανω σε ενα αυτοκινητο. Με πλησιασε και ενιωσα το χερι του να με χαιδευει απαλα. Και τοτε με φιλησε. υγρα και διαφορετικα, σαν να μην ειχε καμμια υποχρεωση απεναντι μου και εγω απεναντι του, δηλαδη οπως ακριβως μας αξιζε. Ενιωθα καθε κομματι του να σκληραινει, να ανατριχιαζει, καθε αγγιγμα του ξεμουδιαζε για να γινει πιο βιαιο και αποτομο, δοντια και νυχια ματωναν τους ωμους μου και με τα χερια του με καθιστουσε αδυναμη να προβαλλω καθε αντισταση. Τραβαγε το εσωρουχο μου με τοση δυναμη που το ενιωθα να χωριζει τη σαρκα μου στα δυο, ετοιμο να σκιστει. Μου θυμιζε λυκο με το θηραμα του, και φοβηθηκα πως ισως δεν ηθελε μονο να με παρει αλλα και να με καταβροχθισει, αδυναμη οπως θα ημουν μετα. με σηκωσε ορθια και συνεχισε να με φιλαει. Με το που ενιωσε τα ορια του να καταστρεφονται σταματησε ξανα και απομακρυνθηκε χωρις καμμια εξηγηση. Τωρα πια ετρεχε στην κυριολεξια μακρια μου.

Δεν διακρινομαι για την υπομονη μου αλλα εβλεπε οτι απομακρυνομασταν σταθερα απο τις δικαιολογιες και ηθελα να ειμαι εκει για να παρατηρησω την πτωση. Οχι μονο την δικη μου.Mε γυρισε σπιτι και σταματησε ξανα το αυτοκινητο.απαλα με εβαλε να ξαπλωσω με το κεφαλι μου πανω στα ποδια του και αρχισε να με χαιδευει πατρικα.

"- Κλεισε τα ματακια σου

- Φοβαμαι

- Μην φοβασαι"

Το χερι του βρεθηκε παλι στο στομα μου,εσκιψε και ενιωσα την ανασα του να μπλεκεται με την δικια μου. Δεν με φιλησε. Ημουν εντελως απαθης. Το χερι του κατεβηκε και κατεληξε μεσα στη φουστα μου. Με το ενα χερι με χαιδευε απλα, αναμεσα στα ποδια, σαν να χαιδευε τον ωμο μου ή το μαγουλο μου, ισα ισα να νιωθω το αγγιγμα του, ενω ο μεσος του αλλου του χεριου εμπαινε σιγα σιγα μεσα στο στομα μου. Σηκωθηκα αποτομα και αρχισα να τον γλειφω στο κλειστο του στομα σαν να ειμαι σκυλακι. Τωρα εκεινος ηταν απαθης.

"- Εισαι τοσο παιδακι

- Φοβαμαι

- Νυσταξα

- Και εγω, παμε σπιτι"







Δεν υπάρχουν σχόλια: